Βιβλιοθήκη

Δημόσια Πίστη

Δημοσιεύτηκε στις 13 Μαρτίου 2012.

Πώς ως εκκλησία, ως ακόλουθοι του Χριστού μπορούμε να υπηρετήσουμε το «κοινό καλό»; Την ερώτηση αυτή επιχειρεί να απαντήσει το πρόσφατο βιβλίο του γνωστού Κροάτη θεολόγου, Miroslav Volf με τίτλο A Public Faith (Μια Δημόσια Πίστη). Ουσιαστικά επιστρέφει πίσω στο κλασσικό θέμα που συχνά κωδικοποιείται ως «ο Χριστός και η Κουλτούρα», δηλαδή, ποιος είναι ο ρόλος της κοινότητας της πίστης, των μαθητών του Χριστού μέσα στην κοινωνία, στην δημόσια ζωή, στο πολιτικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι. Πώς η πίστη γίνεται δημόσια, δηλαδή ανοιχτή, παρούσα, ενεργή; Αυτό το ερώτημα είναι θεμελιώδες για εμάς και για την εκκλησία μας. Θα εξετάσουμε λοιπόν σε μία σειρά άρθρων το βασικό περίγραμμα της ανάλυσης και της πρότασης του Volf. Ξεκινούμε με την αρχή. Ο Χριστιανισμός είναι μία «προφητική» θρησκεία. Αυτό ισχύει όχι επειδή ο Χριστιανισμός ασχολείται με το μέλλον αλλά επειδή έχει άποψη για το παρόν. Ο προφητικός χαρακτήρας προσδιορίζεται από δύο βασικά στοιχεία: την ανάβαση και την επιστροφή. Ο Θεός καλεί τον Μωυσή να ανεβεί πάνω στο βουνό Σινά όπου του δίνει την Τορά, την κατήχηση και μετά ο Μωυσής επιστρέφει πίσω στον λαό (Έξοδος 24:12 – 13, 32:15 – 16). Η κίνηση αυτή «ανάβαση – επιστροφή» προσδιορίζει τη φύση της χριστιανικής – βιβλικής πίστης. Δεν είναι μία «ανάβαση» χωρίς «επιστροφή» γιατί τότε θα ήταν απλά μία μυστικιστική θρησκεία, ιδιωτική ή για τους μυημένους. Ούτε όμως είναι μία «επιστροφή» δίχως «ανάβαση» γιατί τότε θα ήταν απλά μία ακόμη πρόταση ζωής δίπλα σε πολλές άλλες, χωρίς κάποιο υπερβατικό ή αποκαλυπτικό στοιχείο. Ο Volf εξηγεί:

«Ανάβαση» είναι το σημείο κατά το οποίο … λαμβάνουμε το μήνυμα και στο οποίο η ταυτότητά μας σφυρηλατείται… Είναι η στιγμή της αποδοχής. Η Επιστροφή είναι το σημείο κατά το οποίο σε αλληλεπίδραση με τον κόσμο, το μήνυμα διατυπώνεται, βιώνεται, μετουσιώνεται σε λατρευτικά τυπικά ή σε θεσμούς ή ενσωματώνεται σε νόμους. Η επιστροφή είναι η στιγμή της δημιουργίας»

Η διπλή αυτή κίνηση είναι ο παλμός που δίνει ζωή και φανερώνει τη ζωή για την εκκλησία. Υπάρχουν όμως δυσλειτουργίες και σε ότι αφορά την ανάβαση αλλά και την επιστροφή. Στο σημείωμα αυτό θα ασχοληθούμε με αυτές που αφορούν στο πρώτο σημείο, δηλαδή την ανάβαση. Την πρώτη, ο συγγραφέας την ονομάζει «λειτουργική ελάττωση». Συχνά η εκκλησία αντί να ανεβεί ώστε να λάβει λόγο από τον Θεό απλά αντηχεί απόψεις που υπάρχουν γύρω της. Ο προφητικός λόγος που αρθρώνει δεν της δόθηκε άνωθεν αλλά είναι αναμάσημα αυτών που ακούγονται γύρω μας ή εξωτερίκευση δικών μας σκέψεων και απόψεων. Μέσα σε όλα αυτά συντελείται ο θάνατος του Θεού που προφήτευσε ο Νίτσε. Σε ένα φημισμένο απόσπασμα από το βιβλίο του The Gay Science (Η Χαρούμενη Γνώση) περιγράφει τις εκκλησίες ως «τάφους και μνήματα του Θεού». Δυστυχώς η δήλωση αυτή επιβεβαιώνεται όταν η εκκλησία εγκαταλείψει τον ζωντανό Θεό και ζει με τις δικές σκέψεις, απόψεις και αντιλήψεις.

Η δεύτερη δυσλειτουργία περιγράφεται ως «ειδωλολατρική υποκατάσταση». Εδώ ο κίνδυνος είναι ο πιστός να μετατρέψει και να στρεβλώσει τον Θεό μεταμορφώνοντάς Τον σε ένα κακέκτυπο, σε ένα είδωλο. Φανταστείτε τον Μωυσή να ανεβαίνει στο Σινά και κατεβαίνοντας να κρατά το χρυσό μοσχάρι αντί για τις πλάκες με τις εντολές. Ίσως να φαίνεται απίθανο αλλά συμβαίνει συχνά. Για παράδειγμα κάποιοι ιεροκήρυκες της θετικής σκέψης μέσα από μια περίεργη αλχημεία μετατρέπουν το «σήκωσε τον σταυρό σου και ακολούθησέ με» στο «ακολούθησέ με και θα αναδείξω τον νικητή που υπάρχει μέσα σου» (αναφέρεται σε ένα βιβλίο του δημοφιλούς στις ΗΠΑ ιεροκήρυκα Joel Osteen) ή κάποιοι άλλοι στο παρελθόν διαστρέβλωσαν τον σταυρό ώστε από σύμβολο αγάπης που νικά την εχθρότητα κατέληξε έμβλημα πολέμου και βίας πάνω σε λάβαρα και σε πανοπλίες.

Συνοψίζοντας λοιπόν το πρώτο που πρέπει να ανακτήσουμε είναι μια καθαρή ακρόαση του τι ο Θεός λέει. Αν θέλουμε να έχουμε έναν ρόλο πρέπει να έχουμε στα χέρια μας τον λόγο, τον λόγο του Θεού, δηλαδή την άποψη και την θεώρηση του Θεού. Αυτό φυσικά πρέπει να γίνεται με τέτοια ταπεινότητα και προσοχή γνωρίζοντας τους κινδύνους που λίγο πριν αναφέραμε. Θα μπορούσαμε λοιπόν ολοκληρώνοντας και συνοψίζοντας να πούμε ότι η εκκλησία έχει ρόλο μόνο όταν φέρει λόγο.

Στο σημερινό σημείωμα θα ασχοληθούμε με δύο δυσλειτουργίες που αφορούν την κίνηση της επιστροφής.

Η νωθρότητα της πίστης

Η πίστη μας πρέπει να μεταμορφώνει κάθε πτυχή της ύπαρξής μας. Συχνά όμως υπάρχουν κάποιοι τομείς στους οποίους η πίστη δεν εκτελεί το αναμορφωτικό της έργο. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους. Ένας είναι η έλξη του πειρασμού. Δεν εφαρμόζουμε την πίστη που ξέρουμε και έχουμε στη δουλειά μας ή στον γάμο μας ή σε κάποια άλλη σφαίρα της ζωής μας επειδή μας παρασέρνει ο κόσμος με τα θέλγητρά του. Ένας άλλος λόγος όμως είναι η δύναμη του συστήματος. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με την έλξη αλλά με τον εξαναγκασμό. Το σύστημα του κόσμου μας πιέζει σε συμπεριφορές χωρίς να αφήνει περιθώρια στην πίστη μας να ενεργήσει και να τις διαμορφώσει. Για παράδειγμα το οικονομικό περιβάλλον, οι εργασιακές συνθήκες, η αγορά αποτελούν ένα «σιδερένιο κλουβί» (Εδώ κάνει αναφορά στην περιγραφή του Max Weber στο κλασσικό βιβλίο του Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού (ελληνική μετάφραση Εκδόσεις Guttenberg (1984), σελ. 158). Μέσα σε αυτό, η πίστη εμποδίζεται ή δυσκολεύεται να εργαστεί αναμορφωτικά. Συχνά μέσα σε αυτές τις συνθήκες η πίστη μας οδηγείται να εργάζεται μόνο στην εσωτερική ψυχική σφαίρα της ύπαρξής μας, σε μία ατομική ηθική, ή σε μια αποκομμένη από το περιβάλλον εκκλησιαστική ζωή. Έτσι η πίστη μας μπορεί να κινείται και να είναι υπερδραστήρια χωρίς όμως να αγγίζει τη δημόσια σφαίρα. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα στην σύγχρονη εποχή η οποία διαχωρίζοντας την ζωή και τον κόσμο σε πολλές και σχετικά αυτόνομες σφαίρες γίνεται τελικά ένας κόσμος με πολλούς θεούς. Κάθε σφαίρα, είτε αυτή είναι η πολιτική, ο νόμος, η εργασία, τα ΜΜΕ κ.λ.π., έχει και επιβάλλει τους δικούς της κανόνες, τους δικούς της θεούς. Σε αυτόν τον νέο πολυθεϊσμό υπακούμε τη φωνή ενός θεού στη δουλειά μας, ενός άλλου στο σπίτι μας, κάποιου τρίτου στη διασκέδασή μας και τέλος ενός άλλου στην εκκλησία. Η νοοτροπία αυτή αντιστέκεται στο δόγμα ενός Θεού που διαμορφώνει κάθε σφαίρα της ζωής.

Μία άλλη αιτία της νωθρότητας μπορεί να είναι η παρανόηση της πίστης μας. Ο νεαρός Μαρξ κατέκρινε την θρησκεία (εννοώντας πρωτίστως την χριστιανική) λέγοντας την περίφημη φράση ότι η «θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Είναι ένα ναρκωτικό που αποκοιμίζει και οδηγεί σε κατατονία ή σε αποκοπή από την πραγματικότητα. Μας μεταφέρει σε εξωκόσμιους παραδείσους αποτραβώντας μας από την οδυνηρή ή άδικη πραγματικότητα της ζωής εδώ και τώρα. Ο Μαρξ, βέβαια, δεν είδε ότι η θρησκεία μπορεί να κάνει και το ακριβώς αντίθετο. Να λειτουργήσει δηλαδή όχι ως κατατονικό αλλά ως διεγερτικό. Πολύ κακό στον κόσμο μας έχει προκληθεί και από αυτή την λειτουργία της πίστης. Όμως και οι δύο αυτές πτυχές είναι ελλιπείς και προβληματικές. Η πίστη δεν είναι μόνο κάτι που μας παρηγορεί ή μας διεγείρει. Αν αυτό ήταν μόνο τότε απλά την καθιστούμε χρήσιμη και την εργαλειοποιούμε. Πότε την «παίρνουμε» για να μας ηρεμήσει και πότε για να μας ενεργοποιήσει. Η πίστη όμως δεν μας βοηθά να ζήσουμε τη ζωή μας αλλά προσδιορίζει και καθορίζει την ίδια τη ζωή μας. Μας βάζει στο ταξίδι, μας οδηγεί σε αυτό και δίνει νόημα σε κάθε βήμα που κάνουμε. Πιστεύω σημαίνει γίνομαι μία «καινή κτίση», μία πρόγευση και προεικόνιση αυτού που είναι αληθινό και ερχόμενο. Ο Volf γράφει,

«Για να μην είναι η Χριστιανική πίστη νωθρή μέσα στον κόσμο θα πρέπει το έργο του γιατρού και του σκουπιδιάρη, του διευθυντή μιας επιχείρησης και του καλλιτέχνη, του γονέα και του επιστήμονα να ενσωματωθεί μέσα στην μεγάλη αφήγηση της ιστορίας του Θεού για τον κόσμο. Αυτή η ιστορία πρέπει να δώσει τους βασικούς κανόνες με τους οποίους θα «παιχθεί το παιγνίδι» σε κάθε ένα από τα «γήπεδα» που πρέπει να παίξουμε και επίσης θα πρέπει να διαμορφώσει και τον χαρακτήρα των παιχτών»

Ποια είναι η θέση της εκκλησία μέσα στην σύγχρονη κοινωνία; Η απάντηση  ποικίλει από μέρος σε μέρος. Σε γενικές γραμμές όμως στον Δυτικό κόσμο και στις εκκοσμικευμένες κοινωνίες του, ο ρόλος της εκκλησίας ατονεί και περιθωριοποιείται. Συχνά οι εκκλησίες βλέποντας την εξώθησή τους από το κέντρο των αποφάσεων και την περιορισμένη επιρροή τους προσπαθούν ως αντιστάθμισμα να ανακτήσουν δύναμη μέσα από την πολιτική. Τα αποτελέσματα είναι συχνά τραγικά. Πρέπει η εκκλησία να καταλάβει ότι στο μέλλον θα ασκεί επιρροή όχι από το κέντρο αλλά από την περιφέρεια. Όχι δηλαδή από τα κέντρα εξουσίας αλλά το περιθώριο της κοινωνίας. Αυτό βέβαια δεν πρέπει να μας τρομάζει. Οι πρώτες χριστιανικές κοινότητες έδρασαν ακριβώς από την ίδια θέση. Κατάφεραν να επηρεάσουν κοινωνίες καθώς διαχειρίστηκαν την θέση τους με δημιουργικότητα και πεποίθηση.

Πώς λοιπόν μπορεί να γίνει αυτό;

Ο Volf προτείνει μία νέα θέαση που αξίζει να μελετήσουμε προσεκτικά. Την περιγράφει ως «εσωτερική διαφορά» αλλά εμείς θα χρησιμοποιήσουμε έναν δικό μας όρο «εσω-διαφορετικότητα». Πριν εξηγήσουμε το τι εννοούμε αξίζει να σημειώσουμε τα δύο συνθετικά του όρου. «Εσω» – δηλαδή μέσα, εντός. Και «διαφορετικότητα», δηλαδή εναλλακτική στάση, ανατρεπτική διάθεση. Το μοντέλο που χρησιμοποιεί για να εξηγήσει αυτή τη στάση το παίρνει από την αποικιοκρατία των Ισπανών στην Λατινική Αμερική. Συχνά δεν αντιλαμβανόμαστε ότι αν και καταπιεσμένοι και υποτελείς οι ντόπιοι λαοί δεν ήταν απλά παθητικοί αποδέκτες μια ξένης κουλτούρας που τους επιβλήθηκε. Οι ντόπιο ιθαγενείς χρησιμοποίησαν την κουλτούρα που τους δόθηκε από έξω προς σκοπούς που ήταν έξω από την ατζέντα των κατακτητών. Την ανέτρεψαν από μέσα όχι με το να την απορρίψουν ή να την μεταμορφώσουν αλλά να την χρησιμοποιήσουν με τρόπους που υπηρετούσαν σκοπούς και αξίες ξένες με αυτές των αποικιοκρατών. Έκαναν την κουλτούρα που τους επιβλήθηκε να λειτουργήσει προς άλλες κατευθύνσεις από αυτές που σκόπευαν αυτοί που τους την επέβαλαν. Αυτό το μοντέλο χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να περιγράψει την στάση των χριστιανών μέσα στον κόσμο. Τι σημαίνει να ζω σε μία τάξη πραγμάτων την οποία δεν τη διαμόρφωσα εγώ αλλά μου επιβάλλεται; Υποτάσσομαι σε αυτήν ή την αρνούμαι και βγαίνω έξω από αυτήν; Η στάση που προτείνει είναι αυτή της παραμονής μέσα στην κουλτούρα αλλά με έναν τρόπο που την επαναπροσδιορίζει. Εσώ-διαφορετικότητα, δηλαδή. Ένα παράδειγμα ίσως βοηθήσει. Η κουλτούρα στην οποία ζούμε μας δίνει ορισμένα χαρακτηριστικά σχετικά με το θέμα του φαγητού και της διατροφής. Μας αρέσει να τρώμε μαζί με άλλους και να μοιραζόμαστε το φαγητό. Για παράδειγμα βάζουμε μία σαλάτα στο τραπέζι και όλοι παίρνουν από αυτήν. Στο εξωτερικό ο καθένας έχει τη δική του ατομική σαλάτα. Μπορούμε να πάρουμε αυτό το στοιχείο της κουλτούρας μας και να του δώσουμε μια άλλη τροπή; Φυσικά. Όταν μοιραζόμαστε το γεύμα μας όχι με συγγενείς, γνωστούς και φίλους αλλά με ξένους και φτωχούς. Πήραμε ένα στοιχείο της κουλτούρας μας και του δώσαμε νέο περιεχόμενο.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο θεσμός της διακυβέρνησης. Διαβάζοντας το βιβλίο του Νεεμία μου έκανε εντύπωση ότι ο Νεεμίας δεν αμφισβήτησε ούτε μία φορά την εξουσία του Πέρση βασιλιά. Δεν στάθηκε έξω από την κουλτούρα της εποχής του. Έμοιαζε να λειτουργεί απόλυτα μέσα σε αυτήν. Ταυτόχρονα όμως την αμφισβητούσε από μέσα καθώς σε αντίθεση με όλους τους άλλους υπηκόους του βασιλιά ο Νεεμίας ήξερε ότι η εξουσία του είναι κάτω από την κρίση του Γιαχβέ και ότι τελικά είναι ο Θεός που αποφασίζει και κινεί τα νήματα. Έτσι αλλάζει ριζοσπαστικά την αντίληψη και τη θεώρηση σχετικά με την βασιλεία. Δηλαδή χωρίς να πολεμήσει τον θεσμό τον αποφορτίζει και τον εξουδετερώνει από τα μέσα.

Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για το θεσμό της δουλείας. Ο Παύλος δεν είναι ακτιβιστής για την κατάργησή της. Ως ακόλουθος του Χριστού όμως δεν μένει αδιάφορος μπροστά στον απάνθρωπο αυτό θεσμό. Πώς όμως τον πολεμά; Γράφοντας στις χριστιανικές κοινότητες να βλέπουν τους δούλους ως ίσους εν Χριστώ με αυτούς. Γράφοντας στον Φιλήμονα να δεχτεί τον δούλο Ονήσιμο ως αδελφό. Με αυτόν τον τρόπο εκ των έσω ροκανίζει τον θεσμό αφήνοντάς τον ένα γυμνό κέλυφος που μπορεί να πέσει με το πρώτο φύσημα.

Εσω-διαφορετικότητα. Ή με άλλα λόγια η κλήση να βγούμε χωρίς να αναχωρήσουμε από τον κόσμο. Μέσα αλλά εναλλακτικά.

Η Χριστιανική πίστη είναι μία θρησκεία ανάβασης, δηλαδή αποκάλυψης. Ομολογεί μια αλήθεια που της δόθηκε, της φανερώθηκε εν Χριστώ. Ταυτόχρονα είναι μία θρησκεία επιστροφής. Δηλαδή με αυτή την αλήθεια επιστρέφει και μπαίνει μέσα στον κόσμο. Πώς όμως το κάνει αυτό και με ποιους στόχους;

Εδώ ο συγγραφέας συνοψίζει το θέμα όμορφα με δύο όχι και ένα ναι.

Όχι στην πλήρη μεταμόρφωση. Το όραμά μας δεν είναι ο «εκχριστιανισμός» της κοινωνίας. Δεν είναι η ουτοπία ότι μπορούμε να φτάσουμε στη «γη της επαγγελίας» εδώ στη γη. Αυτή η θέση μοιάζει με αυτό που εμείς το περιγράψαμε αλλού ως «εσχατολογικό ριζοσπαστισμό». Τα πράγματα ποτέ δεν είναι αυτά που πρέπει να είναι γιατί η στιγμή αυτή είναι στο μέλλον. Έτσι ποτέ δεν βολευόμαστε σε κάποιο κατεστημένο, ούτε και πιστεύουμε ότι πρέπει εμείς να φέρουμε τη βασιλεία του Θεού στη γη. Την ζητούμε και προσευχόμαστε «ελθέτω» αλλά ξέρουμε ότι ο ερχομός της είναι έργο του Θεού. Η άνω Ιερουσαλήμ στην Αποκάλυψη 21:2 κατεβαίνει από τον ουρανό στη γη. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι είναι σε πλήρη ασυνέχεια με το υπάρχει εδώ στη γη. Έτσι στο 21:26 διαβάζουμε για «λαούς» – που δεν είναι η εκκλησία – οι οποίοι θα φέρουν την «δόξα και την τιμήν των εθνών» στην νέα Ιερουσαλήμ.

Όχι στην αφομοίωση / συγκατάβαση. Η εκκλησία μπαίνει μέσα στον κόσμο κρατώντας την ταυτότητά της. Αυτή όμως δεν εδραιώνεται πρωτίστως μέσα από την άρνηση προς αυτό που είναι έξω αλλά με την κατάφαση και έμφαση σε αυτό που βρίσκεται στο κέντρο. Δηλαδή η ταυτότητά μας δεν είναι προϊόν ετεροπροσδιορισμού – πολεμώντας αυτό με το οποίο διαφωνώ στον άλλο – αλλά, αυτοπροσδιορισμού – τονίζοντας και αναδεικνύοντας αυτό που είμαι στον πυρήνα της ύπαρξής μου. Κι αυτό δεν είναι άλλο από το πρόσωπο του Κυρίου Ιησού, του Λόγου που έγινε σάρκα και του Αμνού που έγινε θυσία για μας. Η διαφορετικότητά μας τονίζεται όχι για να δείξουμε την μοναδικότητά μας ή την υπεροχή μας αλλά για φανερώσουμε με ακεραιότητα την ταυτότητά μας. Έτσι το γεγονός ότι δεν αφομοιωνόμαστε με τον κόσμο δεν σημαίνει ότι πολεμούμε και εχθρευόμαστε τον κόσμο. Τα όρια που μας διακρίνουν δεν μας περιχαρακώνουν. Είναι διαπερατά. Αυτό είναι νομίζω ιδιαίτερα σημαντικό. Μία εκκλησία για να είναι η πόλη του Θεού μέσα στην πόλη του ανθρώπου πρέπει να έχει όρια ορατά αλλά όχι απροσπέλαστα. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι υπάρχει η δυνατότητα μιας αμφίδρομης σχέσης. Μέρος αυτής της σχέσης είναι μία επαφή αυθεντική, μία συνάντηση ειλικρινής, ανιδιοτελής και χωρίς υστεροβουλίες. Σημαίνει ότι μπορώ να εντοπίσω, να εκτιμήσω, να επαινέσω αυτό που είναι καλό έξω από μένα. Σημαίνει ότι μπορώ να το επιτρέψω να έρθει αυτό για να μου διδάξει ή για να μου δείξει κάτι. Εδώ επιτρέψτε μου ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Συχνά φιλοξενούμε στην εκκλησία μας μουσικές εκδηλώσεις από σύνολα ανθρώπων εκτός της κοινότητάς μας. Από την «πόλη του ανθρώπου». Αυτό δημιουργεί συχνά κάποια δυσφορία σε ανθρώπους που θέλουν διαχωριστικές γραμμές και όρια απροσπέλαστα. Ο μόνος τρόπος που ο έξω μπορεί να μπει μέσα είναι είτε μεταμελημένος, είτε για να μας ακούσει. Μήπως αυτό φανερώνει μια ανασφάλεια; Μήπως δεν είμαστε σίγουροι για την ταυτότητά μας και για αυτό νιώθουμε την ανάγκη να την περιφρουρήσουμε μέσα σε φραγμούς απόρθητους; Ή μήπως δεν είμαστε εμείς βέβαιοι για την ταυτότητά μας ώστε να φοβόμαστε την αλλοίωση της;

Μετά από τα δύο «όχι», το «ναι».

Ναι στην «εμπλοκή», στην συμμετοχή. Οι ακόλουθοι του Χριστού μετέχουν με το «όλον» της ύπαρξής τους και σε «όλες» τις σφαίρες και διαστάσεις της ζωής. Αυτή η διπλή «ολότητα» έχει σημασία. Δηλαδή με όλο μας το είναι σε όλα τα επίπεδα. Τι σημαίνει αυτό; Ο συγγραφέας μας δίνει δύο παραδείγματα, το πρώτο η μαρτυρία μας και το δεύτερο η μετοχή μας στον κόσμο της πολιτικής.

Μία σημαντική πτυχή της δημόσιας φύσης της πίστης μας είναι η μαρτυρία μας, ο ευαγγελισμός. Στο βιβλίο του Δημόσια Πίστη (A Public Faith) ο M. Volf περιγράφει την πράξη αυτή ως «συμμερισμό σοφίας». Τι είναι η σοφία που μοιραζόμαστε με τους άλλους; Είναι κυρίως ένα Πρόσωπο. Ο Ενσαρκωμένος Λόγος του Θεού (Παροιμίες 8, Ιωάννης 1:1 – 4 και Α’ Κορινθίους 1:30) είναι η σοφία μας. Για τους Χριστιανούς λοιπόν η σοφία δεν είναι θέμα προσωπικής επιλογής ή περιορισμένης εμβέλειας αλλά είναι ένα ιδιαίτερο είδος αλήθειας που αφορά όλους τους ανθρώπους. Γιατί όμως να μοιραστούμε αυτή την σοφία. Ως Χριστιανοί έχουμε αρχικά καθήκον να το κάνουμε. Ο Ιησούς Χριστός είχε ο ίδιος μια αποστολή από τον Πατέρα και έδωσε σε μας αυτή την αποστολή (Ιωάννης 20:21). Πέρα από καθήκον όμως δίνουμε τη μαρτυρία μας και από αγάπη. Ξανά το πρότυπό μας είναι η αγάπη του Θεού Πατέρα (Ιωάννης 3:16). Όμως υπάρχει και κάτι ακόμη. Η ίδια η σοφία που κατοικεί μέσα επιζητεί να δοθεί μέσα από μας σε άλλους. Ο Χριστός που κατοικεί μέσα μας δεν μπορεί να μείνει εκεί «κλεισμένος». Όπως λέει ο απ. Παύλος «ἡ γὰρ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνέχει ἡμᾶς» (Β’ Κορ. 5:14). Φυσικά αυτό συνάδει και με το γεγονός ότι ο Χριστιανισμός είναι μία μονοθεϊστική πίστη. Υπάρχει στενή σχέση μεταξύ του γεγονότος ότι ο Θεός είναι «ένας» και ότι ο κόσμος γίνεται αντιληπτός ως «ένας» δηλαδή ως ένα ενιαίο όλο. Επειδή ο Θεός είναι Ένας για αυτό ο Θεός είναι ο Θεός όλης της πραγματικότητας.

Πώς λοιπόν δίνουμε τη μαρτυρία μας; Μία χρήσιμη εικόνα είναι αυτή της προσφοράς ενός δώρου. Για να την καταλάβουμε καλό είναι να την αντιπαραβάλουμε με κάποια άλλα προβληματικά μοντέλα. Το πρώτο είναι αυτό του τύραννου που επιβάλλει. Αν και κατά καιρούς η εκκλησία φέρθηκε έτσι, αυτό είναι ένα μοντέλο που πρέπει να απορριφθεί. Μία εικόνα που μας βοηθά είναι η στάση του Ιωάννη του Βαπτιστή στον πίνακα του Εσταυρωμένου του Matthias Grunewald. Το μόνο που κάνει είναι με το δάχτυλό του να δείχνει τον Σταυρό. Ένα δεύτερο μοντέλο είναι του πωλητή που πουλά. Συχνά διάφοροι προσπαθούν να ελκύσουν κάποιους  να «αγοράσουν» την πίστη. Το κάνουν αυτό με υποσχέσεις που είναι έξω από την προσφορά του ευαγγελίου. Μία άλλη παρεκτροπή είναι αυτή του δασκάλου που διδάσκει. Εδώ το πρόβλημα είναι ότι ένας δάσκαλος μπορεί να διδάσκει κάτι χωρίς να το κατέχει ή πιο σημαντικό να τον κατέχει. Να είναι δηλαδή βιωματικά δεμένος με αυτό για το οποίο μιλά. Το τέταρτο μοντέλο που απορρίπτει είναι αυτό της μαίας που «εκμαιεύει». Ο ευαγγελιστής δεν είναι σαν τον Σωκράτη που με την μαιευτική του μέθοδο προσπαθούσε να βγάλει από τους μαθητές του αυτό που είχαν μέσα τους. Το ευαγγέλιο δεν είναι μία μέθοδος αυτό-ανακάλυψης. Η εικόνα που αντιδιαστέλλεται με αυτές είναι αυτή του ανθρώπου που δίνει ένα δώρο. Βέβαια ο Volf εφαρμόζει αυτή την εικόνα με μία ευρύτητα που ίσως κάπου ξεχειλώνει. Όμως πιστεύω ότι είναι ένα πολύ χρήσιμο μοντέλο για να δούμε την πράξη του ευαγγελισμού. Πώς δίνω τα καλά νέα; Με τον ίδιο τρόπο που δίνω ένα δώρο. Η γυναίκα μου πάντα λέει ότι δεν μπορώ να δώσω ένα δώρο αν πρώτα δεν αρέσει σε εμένα. Έτσι ένα πρώτο στοιχείο είναι ότι εγώ ο ίδιος είμαι ενθουσιασμένος με το δώρο. Το δίνω λοιπόν με χαρά και με την καρδιά μου. Η έννοια του δώρου αποκλείει κάθε ιδέα πίεσης ή επιβολής. Είναι πρόσκληση που μέσα της έχει ευρυχωρία. Μπορεί κάποιος να μην εκτιμήσει το δώρο ή ακόμη και να το αρνηθεί. Αυτό φυσικά με πονά αλλά επειδή δεν είμαι πωλητής, δεν αισθάνομαι αποτυχημένος, ούτε νιώθω ότι πρέπει κάπως να τον κάνω να το πάρει. Πιστεύω, λοιπόν, ότι η εικόνα – μεταφορά του δώρου είναι ένα χρήσιμο μοντέλο για να σκεφτούμε την πράξη της μαρτυρίας μας. Είναι και βιβλική καθώς η πράξη της Ενσάρκωσης περιγράφεται από τον απ. Παύλο ως η «ανεκδιήγητη δωρεά» του Θεού (Β’ Κορ. 9:15).

Αφήστε ένα σχόλιο

Μάθετε για την πολιτική σχολιασμού

Σειρα

Διεύθυνση

Α΄ Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία

Αθήνα

Αμαλίας 50 Αθήνα 10558
Χάρτης



Γλυφάδα

Λ. Βουλιαγμένης 44 Γλυφάδα
Χάρτης




Γραφείο Εκκλησίας
Τ. 210 32 31 079
f. 210 33 16 577
aeee@ath.forthnet.gr