Καθ' Οδόν

Ένα σακί λάσπη

Δημοσιεύτηκε στις 27 Ιανουαρίου 2012.

Σε μια σειρά σημειωμάτων θα επιχειρήσουμε μία “θεολογική” ανάγνωση του βιβλίου 1984 του George Orwell.

Ένα από τα θεμελιώδη ερωτήματα που θέτει ο Όργουελ στο έργο του αφορά τον άνθρωπο, τη φύση του, τις δυνατότητές του, τα όριά του.  Πιστεύω ότι ο συγγραφέας παίζει ένα παιχνίδι με τους αναγνώστες του καθώς καταφέρνει να μας παρασύρει σε αισιόδοξες ψευδαισθήσεις για να μας αφήσει μετά να πέσουμε με τα μούτρα στην κυνική, ψυχρή πραγματικότητα. Έτσι μέσα στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου βλέποντας την στάση του Γουίνστον αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι η ιστορία θα μας δείξει το πώς το ανθρώπινο πνεύμα είναι ανθεκτικό και ισχυρό. Μπορεί να μένει ζωντανό και αγέρωχο ακόμη και μέσα στα πιο καταπιεστικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα. Μοιάζει να ακούμε σχεδόν με μία συνωμοτική διάθεση έναν ύμνο στον άνθρωπο. Γιατί όμως το λέμε αυτό;

Πιστεύω ότι ένα από τα ενδιαφέροντα ευρήματα της πλοκής είναι το ημερολόγιο που αποφασίζει να κρατήσει ο Γ.. Αυτό που καταγράφει εκεί είναι «τον ατέλειωτο ανήσυχο μονόλογο που για χρόνια είχε μέσα στο μυαλό του» (σελ. 18). Η ικανότητα του μονολόγου είναι ιδιαίτερα σημαντική γιατί είναι αυτή που κάνει τον άνθρωπο «υποκείμενο» που μπορεί να σταθεί έξω από τους φυσικούς και κοινωνικούς προκαθορισμούς που του επιβάλλονται. Φυσικά η καταγραφή των μονολόγων είναι και ένας μηχανισμός άμυνας απέναντι στην απώλεια της μνήμης. Έχοντας χάσει κάθε χειροπιαστό τεκμήριο του παρελθόντος αποφασίζει να δημιουργήσει αυτός ένα αδιάσειστο τεκμήριο, κυρίως για τον εαυτό του και ίσως και για κάποιους άλλους που θα το εύρισκαν. Η δυνατότητα όμως του μονολόγου είναι από μόνη της μια απόδειξη της παρουσίας και της δύναμης της ανθρώπινης εσωτερικότητας. Είναι αυτό που σε κάνει να ξεφεύγεις από την μάζα. Δημιουργείς ή ανακαλύπτεις μέσα σου έναν χώρο που μπορείς να είσαι ο εαυτός σου. Εδώ αξίζει να ανοίξουμε μια παρένθεση. Ο γνωστός καθηγητής Χάρολντ Μπλουμ παρατηρεί ότι ο μονόλογος έχει θέση κεντρική στο έργο του Σαίξπηρ. Χαρακτηρίζει τον Άμλετ ως τον «πρώτο αυτο-ωτακουστή». Έτσι αναφερόμενος σε ένα σχόλιο του Χέγκελ για τον Σαίξπηρ γράφει ότι οι πρωταγωνιστές των έργων του «στοχάζονται αντικειμενικά τους εαυτούς τους ως ένα έργο τέχνης» κάτι που «τους καθιστά ελεύθερους καλλιτέχνες του εαυτού τους». Ο Όργουελ μας παρουσιάζει έτσι τον Γουίνστον. Μέσα στην μαζική παράνοια αυτός έχει την δυνατότητα και τη δύναμη να είναι ο εαυτός του, να αποφασίζει ο ίδιος ποιος θέλει να είναι. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά από μια βραδιά ονειροπόλησης διαβάζουμε ότι «ο Γουίνστον ξύπνησε με τ’ όνομα «Σαίξπηρ» στα χείλη του» (σελ. 41). Έτσι υπάρχει κάτι που το ονομάζει «μύχια της ψυχής» που ανήκει και ορίζεται από εσένα και είναι εκεί που μπορείς να είσαι ο εαυτός σου.

Η εξέλιξη της πλοκής όμως μοιάζει να υπαινίσσεται ότι μπορούμε να πάμε ένα βήμα παραπέρα. Όχι μόνο μπορώ να δημιουργήσω ελεύθερα τον εαυτό μου μέσα σε έναν εσωτερικό δικό μου χώρο αλλά μπορώ επίσης να κινηθώ προς τα έξω να αλλάξω τον κόσμο. Η ελευθερία που είναι μέσα μου μπορεί να γεννήσει και να φέρει ελευθερία γύρω μου. Αυτό μοιάζει να αρχίζει να πιστεύει ο Γουίνστον όταν ριψοκινδυνεύει μια συνάντηση με τον Ο’ Μπράιεν

Πιστεύω ότι όλη αυτή την ώρα (μέσα στον χρόνο της πλοκής) ο Όργουελ μας στήνει παγίδα. Μας κάνει να πιστέψουμε με έναν επιφανειακό ρομαντισμό στην δύναμη του ανθρώπινου πνεύματος, στο απαραβίαστο της ανθρώπινης ψυχής. Κι αυτό ώστε στη συνέχεια η απογοήτευσή μας για τον άνθρωπο να είναι μεγαλύτερη και ίσως το δίδαγμα πειστικότερο.

Ας δούμε μέσα από ένα παράδειγμα το «τέχνασμα» αυτό.

Σε μία σκηνή ο Γουίνστον λέει στην ερωμένη του την Τζούλια «το μόνο που έχει σημασία είναι να μην προδώσει ο ένας τον άλλο». Αυτό δεν σημαίνει όπως εξηγεί να μην ομολογήσει στους βασανιστές τη σχέση τους μιας και «η ομολογία δεν είναι προδοσία. Αυτό που λες ή κάνεις δεν έχει σημασία, μόνο αυτό που αισθάνεσαι έχει σημασία. Αν μπορέσουν να με κάνουν να πάψω να σ’ αγαπώ, αυτό θα ήταν αληθινή προδοσία» (σελ. 182). Ο Όργουελ ως ένα είδος προοικονομίας μας ετοιμάζει για αυτό που θα συμβεί. Δυστυχώς και αντίθετα με την προσδοκία μας, στο τέλος ο Γουίνστον όχι μόνο θα ομολογήσει αλλά και θα προδώσει. Το περιστατικό είναι συγκλονιστικό και καλοστημένο. Ο Γούινστον έχει συλληφθεί, έχει βασανιστεί αλλά μπορεί να νιώθει περήφανος, «δεν πρόδωσε την Τζούλια» (σελ. 297). Μαζί του νιώθουμε αισιόδοξοι κι εμείς. Βέβαια συνθηκολόγησε σε όλα τα άλλα. Δέχτηκε την παράνοια ως λογική. Όμως κάποια φορά μέσα σε μια ονειροπόλησή του αρχίζει να ξεφωνίζει «Τζούλια! Τζούλια! Τζούλια αγάπη μου! Τζούλια!». Μήπως τελικά το μήνυμα είναι ότι η ανθρώπινη ψυχή μπορεί να τα ξεχάσει όλα εκτός από την αγάπη; Για αυτό του το ατόπημα θα μπει στον τρομερό θάλαμο 101. Εκεί ξέρουν τους βαθύτερους φόβους σου και σε φέρνουν αντιμέτωπους με αυτούς. Και είναι εκεί μπροστά σε μια μάσκα γεμάτη με σαρκοφάγους αρουραίους που είναι έτοιμοι να του καταξεσκίσουν το πρόσωπο που ουρλιάζει «Κάντε το στην Τζούλια! Κάντε το στην Τζούλια! Όχι σε εμένα! Στην Τζούλια! Δεν με νοιάζει ό,τι και να της κάνετε. Ξεσκίστε το πρόσωπό της, κατασπαράξτε την. Όχι σ’ εμένα! Στην Τζούλια! Όχι σ’ εμένα!» (σελ. 311). Εδώ έχουμε την πλήρη αποδόμηση του ανθρώπου. Το μήνυμα δεν θα μπορούσε να είναι πιο καθαρό. Στο τέλος τέλος του βιβλίου ο συγγραφέας καταλήγει «Είχε κερδίσει τη μάχη ενάντια στον εαυτό του. Αγαπούσε τον Μεγάλο Αδελφό» (σελ. 323).

Τι είναι τελικά ο άνθρωπος; Αντηχώντας τις αφηγήσεις της Γένεσης ο Ο’ Μπράιεν λέει στον ταπεινωμένο, νικημένο Γούινστον «Τι είσαι; Ένα σακί λάσπη». Αυτό που ο άνθρωπος είναι ή αυτό που μένει από τον άνθρωπο δίχως την πνοή του Δημιουργού. Εξωθώντας τον Θεό, εξαθλιώνεις τον άνθρωπο.

(Συνεχίζεται)

Αφήστε ένα σχόλιο

Μάθετε για την πολιτική σχολιασμού

Διεύθυνση

Α΄ Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία

Αθήνα

Αμαλίας 50 Αθήνα 10558
Χάρτης



Γλυφάδα

Λ. Βουλιαγμένης 44 Γλυφάδα
Χάρτης




Γραφείο Εκκλησίας
Τ. 210 32 31 079
f. 210 33 16 577
infο (-at-) aeee (-dot-) gr